Απόψεις&Σχόλια

»

Του Κώστα Μπουλμπασάκου

05/02/2018 22:56

Πριν χρόνια, όταν νέος ακόμη ονειρευόμουν με τις μελωδίες του ένα καλύτερο κόσμο, ειρηνικό και πιο δίκαιο, σε ένα φεστιβάλ της ΚΝΕ στην Ιταλία, κάθισα και έφτιαξα με τα φτωχά μου μέσα και την ερασιτεχνική μου τόλμη, 40 σχέδια με την κεφαλή του πάνω σε λεπτά φύλλα φελλού με σινική. Τα κόλλησα σε νοβοπάν και τα έκανα καδράκια, να στολίζουν οι αριστεροί τον τοίχο της καρδιάς τους. Άλλα 40 έφτιαξα με την κεφαλή του Γιάννη Ρίτσου…

Κι όποιος έπαιρνε Μίκη, απαραιτήτως έπρεπε να πάρει και Ρίτσο και το αντίθετο. Αυτή η συνύπαρξη η αδιατάρακτη σχέση ποιητή και μουσικού, αγωνιστή και συντρόφου, συναγωνιστή και συγκρατούμενου, ασυμβίβαστου και ανυπότακτου ποτέ δεν διαταράχτηκε. Από χθες κάτι έσπασε μέσα μου. Αυτή η αλυσίδα του αγώνα και των θυσιών, της έμπνευσης και της πνευματικής ανάτασης στο όνομα ενός καλύτερου αύριο για τον κόσμο της βιοπάλης κι όλους τους κατατρεγμένους, έγινε χιλιάδες κομμάτια.

Θαύμαζα τους αγώνες του, την καρτερικότητα του στα βασανιστήρια, την επιμονή του και την αφοβιά του… κι ας φοβόταν κάποιες φορές. Το κεφάλι δεν το έσκυψε! Τώρα;

Στην πλατεία Συντάγματος, μέσα σε 20 λεπτά άδειασε όλο του το βιός, κι ένα φορτηγό το φόρτωμά του, φρεσκοσπασμένο χαλίκι από την Μακρόνησο ραντισμένο με αίμα αγωνιστών και το δικό του. Ο Ελύτης, ο Σικελιανός και ο Σεφέρης δεν πίστευαν τα μάτια τους και ο Γιάννης Ρίτσος περήφανος στ΄ αυτιά είχε πάθει παράκρουση. Δεν πίστευε όσα άκουγε. Δίπλα τους ακριβώς, ο Πάμπλο Νερούδα με ένα λευκό μαντίλι σκούπιζε τα δάκρυά του και ο Αλιέντε με το ματωμένο πουκάμισο ακόμη, του έκανε νόημα να σταματήσει…

Εκείνος, όμως, δεν άκουγε, ούτε έβλεπε. Ήταν τυφλός. Τυφλός και κουφός… Και είχε μια κάποια ακαμψία που τον δυσκόλευε να γυρίσει, να κοιτάξει πίσω του ακριβώς, 93 χρόνια πριν. Ο Γρηγόρης, που έσφιγγε με τα δυο χέρια το κεφάλι του, από τη λοσταριά του παρακράτους, τον κοιτούσε με αγωνία: «Πότε θα σταματήσει;», αναλογιζόταν, ενώ ο Σωτήρης με αιμάτινα μάτια, δεν μπορούσε ούτε να χαμογελάσει κι ας ήταν σε όλη του τη ζωή ένα «γελαστό παιδί». Κάτω από τα μυωπικά γυαλιά του, βλοσυρός κι όλο ερωτηματικά ο γιατρός από τη Θεσσαλονίκη, ο ποιητής της ήττας, προσπαθούσε να εξηγήσει όσα δεν πρόλαβε…  με το «Δρόμοι παλιοί», ή κατά διαβολική σύμπτωση τα είχε πει όλα;

Πού είναι Αρχάγγελε της νιότης και των ονείρων μας η «…σπίθα…» που κρατούσες τρεμόσβηστη στις υγρές σου παλάμες; Που προχωράς μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζεις κανέναν; Δεν κοιτάς γύρω σου; Κανένας δεν σε γνωρίζει και δεν σε… αναγνωρίζει πλέον. Δεν θέλω όμως να παραιτηθώ τόσο εύκολα, αποκαρδιωμένος από τη στερνή σου επιλογή.

Εκεί στο Σύνταγμα, μπορεί να κάρφωσες το μαχαίρι σε ό,τι μεγάλο ύμνησες, σαν να διάγραψες με μια φάλτσα νότα τη ζωή και το έργο σου, δεν κατάφερες, όμως, να μας συντρίψεις. Δεν ήταν, εξάλλου στις προθέσεις σου…

Να ενώσεις ήθελες, αλλά χώρισες. Δεν θα σε παραδώσουμε στα χέρια τους. Δεν θα επιτρέψουμε να κάνουν τον Σωτήρη Πέτρουλα κουρελόχαρτο στις πορείες τους, ούτε τον Ανδρέα, έναν παραλυμένο που δεν ξέρει να μετρά και βλέπει τους τρεις, χίλιους δεκατρείς…

Κανέναν δεν θα χαρίσουμε επειδή η ακαμψία της κεφαλής σου σε εμποδίζει να δεις πίσω σου… Αυτοί και χιλιάδες άλλοι που ύμνησες με τόσο πάθος, είναι οι δικοί μας νεκροί. Είναι οι δικοί μας ήρωες. Είναι «τα παιδιά με τα γυμνά πόδια που τους έλεγαν αλήτες». Αυτούς δεν τους χαρίζουμε σε κανέναν. Γι αυτό εμείς θα τραγουδάμε τα τραγούδια σου πιο δυνατά, περισσότερες φορές. Θα ξεχάσουμε τον Μίκη πολιτικό, ποτέ όμως τον συνθέτη των ονείρων μας.