Απόψεις&Σχόλια

»

Του Σπύρου Μαραγκού

10/03/2018 15:20

«Καλημέραα»

« Καλημέραα»

Δεν περίμενα να μου απαντήσει. Ήταν από αυτές τις καλημέρες που και να έπεφτε κάτω δεν θα μου έκανε εντύπωση. Αναθάρρησα. « Μια χαρά ξεκινήσαμε» σκέφτηκα.

Στέκομαι ψηλά. Βρίσκομαι ξανά εδώ. Πάνω από όλα τα πλάσματα αυτού του κόσμου. Μια ανάσα πριν τον ουρανό. Νοιώθω ελεύθερος. Είναι Άνοιξη. Για την ακρίβεια, αρχή της Άνοιξης. Το διάβασα το πρωί στο ημερολόγιο.

« Τι κάνεις;»

« Τι κάνεις;»

« Καλά δεν της έχουν πει ότι είναι άκομψο να απαντάει κανείς με ερώτηση;» μονολόγησα. Στέκομαι στην άκρη. Όλα είναι παγωμένα. Κρατάω μπαστούνια στα χέρια. Τα πόδια μου κλειδωμένα πάνω σε δυο μακριές λεπτές σανίδες, δέκα πόντους κοντύτερες μου. Από κάτω το χάος. Παλιότερα θα έτρεμα να πλησιάσω. Ακροφοβία το λένε. Σε λίγο θα είμαι μια χρωματιστή κουκίδα που θα γλιστράει πάνω σε ένα λευκό άπειρο.

Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να σκεφτώ αυτό που θα της έλεγα στην συνέχεια. Είναι περίεργη. Δεν θέλω και να την τρομάξω. Με το τσιγκέλι της τα παίρνεις. Έκανα τόσο κόπο να την βρω, είναι κρίμα να την χάσω από μια λάθος λέξη. Εκεί που σου δίνει την εντύπωση ότι έρχεται, ξαφνικά φεύγει. Και μετά πάλι από την αρχή. Μια νύμφη παγιδευμένη σε προαιώνιους μύθους ανεκπλήρωτων ερώτων.

Ξαφνικά σήκωσε αέρα. Τα σύννεφα άρχισαν να κυλούν γρήγορα, να τρέχουν και να συγκρούονται μεταξύ τους, σαν καραμπόλες σε γαλλικό μπιλιάρδο. Μαζεύτηκαν πολλά. Τόσα,  που δεν τα χωράει πια ο ουρανός και αρχίζουν να κατεβαίνουν κάτω, στην γη. Σε λίγο θα με τυλίξουν.

Ο άνεμος γίνεται πιο δυνατός. Τυφλά ανεμοσούρια σκουπίζουν το φρέσκο χιόνι και το μεταφέρουν στις άκρες, φτιάχνοντας μικρούς λόφους. Πρέπει να βιαστώ. Δεν έχω άλλη επιλογή. «Μου λείπεις» φωνάζω όσο πιο γρήγορα και δυνατά αντέχω. Δεν ακούω απάντηση. Όλα έχουν σκοτεινιάσει. Ομίχλη. Αντάρα. Φόβος. Το βουνό γύρω μου βρυχάται. Νοιώθω ότι θα με καταπιεί.

Κατεβάζω την μάσκα. Όλα βάφονται με μιας  πορτοκαλί. Ρίχνω το  σώμα μου μπροστά και άρχισα να τσουλάω. Αργά στην αρχή, με μεγάλη ταχύτητα σύντομα.

Δεν μου πήρε πολύ να φτάσω στα χαμηλά. Γαλάζιο. Ήλιος. Χρώματα. Βαθιές αναπνοές. Γαλήνεψε η ψυχή. Γύρισα το κεφάλι μου στην κορυφή. Δεν έβλεπες τίποτα. Ένα γκρίζο παχύ στρώμα κάλυπτε τα πάντα. Είχα ξεγελαστεί; « Αυτό συμβαίνει όταν η θάλασσα μπερδεύεται με τους μύθους του βουνού» σκέφτηκα.