Απόψεις&Σχόλια

»

Του Χρήστου Ντούκα*

13/05/2018 11:22

Στον τοπικό τύπο υπήρχε μια είδηση (έχει περάσει πολύς καιρός από τότε αλλά ο συνειρμός που μου δημιούργησε είναι διαχρονικός): «Αύριο – Κυριακή – θα γίνει φιλολογικό μνημόσυνο για τον Εκπαιδευτικό – Ιερωμένο Γιάννη Λιαρομάτη».

Για μένα η είδηση ήταν προσωπική πρόσκληση, και πήγα.

Μπαίνοντας στην αίθουσα εορτών, είδα τη φωτογραφία του στον τοίχο. Η ματιά του όλη επάνω μου. Με συνεπήρε! Βολεύτηκα όπως όπως σε μια ξύλινη καρέκλα που βρέθηκε μπροστά μου και προσπάθησα να παρακολουθήσω τον ομιλούντα κ. Σταύρο Σερέτη, παλιό μου γνώριμο απ’ τα φοιτητικά μας χρόνια.

Γενάρης 1943. Η μπότα του κατακτητή πλήγωσε τη γη μας με το γδούπο της και το τραγούδι τους βάραινε τον αέρα στην ανάσα μας.  Ο γέρος μου που πίστεψε πως με το δίκαννο και το γκρα του θα ‘φερνε τη λευτεριά – αφού έκανε το γύρο Γερμανία – Ιταλία, κατέληξε μελλοθάνατος στου Λυμπερόπουλου. Και η μάνα μας, χωρίς μπουκιά ψωμί μες την ποδιά της, μάζεψε τα έξι κουτσούβελά της και μας έφερε να μείνουμε στο «λινό», στα Κρύα – Ιετών που ήταν το κτήμα μας.

Κείνος ο χειμώνας ήταν ο πιο δύσκολος, γιατί ήταν ο πιο άγριος.

Το ποτάμι η «Λέυκα», πλημμύριζε τον κάμπο, απ’ το Γλαύκο μέχρι τις Ιτιές. Τα αναχώματα, αδύνατον να κρατήσουν την ορμή της. Σαν σούρπωνε τα θολά νερά της μελάνιαζαν. Άκουγες το σκούξιμο της μπαλίζας και σ’ έπιανε σύγκρυο. Οι αγριόπαπιες στο πέταγμά τους σφύριζαν και συ χωνόσουν πιο βαθιά στο αχυρένιο στρώμα σου.

Την μέρα ανεβαίναμε στα αναχώματα και πηδώντας τα χαντάκια και τα σαϊτάρια, τρέχαμε να βρεθούμε όσο πιο κοντά γινόταν στη μέση του ποταμιού. Ακούγανε τη βοή του, χωρίς να μας πιάνει η φοβέρα του. Μέναμε στις θέσεις μας, κοιτάζοντας την κατεβασιά του! Στα θολά νερά του έβλεπες να ταξιδεύουν λογής λογής πραμάτειες.

Όμως εκείνο που τράβαγε την προσοχή μας ήταν οι λαμπτήρες. Μα που βρέθηκαν τόσοι γλόμποι. Αναρωτιέμαι και σήμερα ακόμη. Κατέβαιναν χοροπηδώντας, σπάζοντας τη μέση τους, στριφογύριζαν, λικνίζοντας το σώμα τους στα θολά νερά, - χορεύοντας στο ρυθμό τους βαλς. Η μεταλλική βάση τους κτύπαγε στις πέτρες, κι άκουγες ένα γλυκό τόνο, πουδενε με το ισοκράτημα της βουής.

Κι αυτές ταξίδευαν αδιάκοπα, μέχρι την αγκαλιά της θάλασσας. Εκείνη τις απείθονε στην ακρογιαλιά της – πάνω σε καθάριο χρυσάφι – μπροστά στο ρημαγμένο κέντρο «της Χαραυγής». Όμως η Άνοιξη σου ξεπλήρωνε το χρέος του χειμώνα. Καθάρια – λαχταριστά νερά σχημάτιζαν ρυάκια, στις άκρες του ποταμιού και οι Ιτιές έγερναν τις κλάρες πάνω τους, δίνοντας το φιλί της ζωής. Κι έπειτα – κείνο το Καλοκαίρι που ήρθε, λίγο σκοτιζόταν με την ομορφιά της Άνοιξης.

Στο κατά-μεσήμερο – μες στο λιοπύρι έβλεπες το νερό στ’ αυλάκι να αχνίζει. Κι ένοιωθες τους υδρατμούς, μικρές ψυχές, σαν λιβανωτός, ν’ ανεβαίνουν στον Ύψιστο.

Όταν όλοι ησύχαζαν, εμείς τρέχαμε παρέες- παρέες, στα στέκια των γαρδελάδων. Οι γνώσεις μας πλούσιες.

Κείνο το Φθινόπωρο με βρήκε στην Β’ τάξη του 8/τάξιου Γυμνασίου. Πήγαινα στο Γ’ αρένων που πριν λεγόταν «Μεγάλη Σχολή». Με το Γιάννη το Βελτίστα βρέθηκα εκείνη τη χρονιά στο ίδιο θρανίο. Η πρότασή του με βρήκε πρόθυμο και πανέτοιμο.  «Πάμε αύριο για στήσιμο;» μου λέει. Φύγαμε του λέω.

Πού; - στον Ασύρματο. – Έγινε.
Πρωί- πρωί την άλλη μέρα σμίξαμε. Χώσαμε τα βιβλία μας σ’ ένα ντουλαπάκι της κουζίνας – πήραμε τον Κίτσο με το κλουβί κι ένα μισομαδημένο γαρδέλι για φίντα φύγαμε τρεχάτοι. Από στενό σε στενό κι από τετράγωνο σε τετράγωνο, βγήκαμε στο Κάστρο, κι από κει ελεύθεροι πλέον, φτάσαμε στον Ασύρματο.

Ήταν μια μέρα: Χαρά Θεού!! Ο ήλιος, όπως, συνήθιζε πάντα, μας έλουζε με τις ακτίνες του- διώχνοντας την πρωινή ανατριχίλα. Δεν κουνιόταν φύλλο. Γρήγορα – γρήγορα στήσαμε τον άραμπο και τρέξαμε να κρυφτούμε στη ρίζα ενός πεύκου.

Ο Κίτσος άρχισε να το λέει, καλώντας τους ομοεθνείς του σε επίσκεψη. Σε κάποια στιγμή αγωνίας, βλέπουμε ένα γαρδέλι να έρχεται τιτιβίζοντας ίσια για τον άραμπο. Άρχισε η καρδιά μας να κτυπά – η ανάσα μας κόπηκε και κείνο το αθεόφοβο, αφού έκανε δυο τρείς γύρους έφυγε Ανατολικά.

Η ώρα έτρεχε χωρίς άλλη επίσκεψη. Το βραδάκι ξεκίνησε και τα ξόβεργα ένα- ένα έπεταν στο χώμα. Τα μαζέψαμε και πήραμε το δρόμο του γυρισμού, μουτρωμένοι – απαισιόδοξοι. Η σκέψη μας έτρεχε στις συνέπειες. Έτσι χωρίσαμε!

Η πρωινή συνάντηση στη Τάξη είχε την έκπληξη! Ο καθηγητής μας – αμνειστος Λιαρομμάτης, ενήμερος.

Σε λίγο το κουδούνι κτύπησε διάλειμμα όχι όμως για μας.  Ο καθηγητής μας σηκώθηκε από τη θέση του και μας πλησίασε. Κι εκεί που περιμέναμε το χέρι του να πέφτει βαρύ πάνω στα κεφάλια μας – κείνος ρώτησε. «Λοιπόν ευχαριστηθήκατε, μ’ αυτό που κάνατε;» Κιχ εμείς. Γυρίσαμε τα μάτια μας και σμίξαν τα δικά του. Ένοιωσα την ματιά του να μας λούζει, με πόνο κι αγάπη. «Εγώ έφταιξα μας είπε, που δεν σας πρόλαβα!» Καλύτερα να μας έλιωνε στο ξύλο, παρά αυτό που νοιώθαμε.
(Μέσα μας κάτι άλλαζε)

«Που πήγατε;» - Στο Ασύρματο Κύριε, για στήσιμο.  «Άλλη ώρα δεν μπορούσατε να πάτε χωρίς να χάσετε το μάθημά σας;» - «Δεν φταίτε εσείς παιδιά μου, εγώ φταίω που δεν σας πρόλαβα» - «Δεν θα σας τιμωρήσω! Τον εαυτό μου θα τιμωρήσω!» Ξεσπάσαμε σε κλάματα. ¨όχι Κύριε! Δεν θα ξαναγίνει αυτό ποτέ! «Ε! Τότε αφού μου το υπόσχεσθε, αύριο όλη η τάξη μας θα πάει εκδρομή στο Ασύρματο».

Του πήραμε τα χέρια και τα λούσαμε με τα δάκρυά μας. Όμως τούτη τη διάθεσή μας τη χαλάσανε οι δικοί μας. Αφού δεν ήξεραν από παιδαγωγικά, άρπαξαν τη βέργα. Ας είναι!

Μέχρι να μαζέψω τη σκέψη μου απ’ τα περασμένα, βρέθηκα στο τέλος της εκδήλωσης.

Όμως, τι καλύτερο θα μπορούσα να προσφέρω από τις σκέψεις μου αυτές, στην μνήμη ενός ανθρώπου, που τόσα μου πρόσφερε με την αγάπη του.

 

* Ο Χρήστος Ντούκας είναι Συνταξιούχος εκπαιδευτικός