Απόψεις&Σχόλια

»

Του Σπύρου Μαραγκού

11/09/2018 10:28

Εκείνη την χρονιά λαχταρούσα για την στιγμή που θα άνοιγαν τα σχολεία.  Μετρούσα τις μέρες όπως  κάνει ο φαντάρος στην σκοπιά και ας μην γνώριζα ακόμα τον τρόπο του.  Δεν με ενδιέφερε καθόλου που θα άφηνα πίσω μου ξεγνοιασιά, θάλασσα και παιχνίδια και θα επέστρεφα στο καθημερινό επαναλαμβανόμενο πρόγραμμα.

Αναγκαστικό πρωινό ξύπνημα, έξι ώρες στο θρανίο με ενδιάμεσα ολιγόλεπτα διαλλείματα στα οποία σπάνια προλάβαινες να κάνεις δύο πράγματα, στο ένα διάλλειμα τουαλέτα και το άλλο στην ουρά του κυλικείου για τυρόπιτα, μεσημεριανό φαγητό στην συνέχεια, διάβασμα, φροντιστήριο αγγλικών, στην στάση για το λεωφορείο της γραμμής Νο 2, μάθημα μουσικής, τηλεόραση το βράδυ,  φωνές μάνας και ύπνος.

Την προηγούμενη νύχτα απανωτά όνειρα μετέτρεψαν τον ύπνο μου σε μια κοπιαστική και ατέλειωτη  διαδικασία. Ξύπνησα μόνος, μάλλον δεν κοιμήθηκα καθόλου,  πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για μένα , στο οποίο εννοείται βέβαια ότι κανείς δεν έδωσε σημασία. Σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο, αφού  έπλυνα επιμελώς τα δόντια και το πρόσωπο μου, πήρα μια χούφτα ζελέ στα δάχτυλα από το πλαστικό βάζο και άρχισα να τον απλώνω στα βρεγμένα μαλλιά μου.

Από το χθεσινό απόγευμα είχα διαλέξει τα ρούχα που θα φορούσα, δεν τα θυμάμαι ακριβώς, θα ήταν σίγουρα όμως το καλό τζιν παντελόνι, κοντομάνικο μπλουζάκι και αθλητικά παπούτσια με λευκές κάλτσες. Το ποτήρι με το γάλα ούτε που το πλησίασα, είχα πλύνει νωρίτερα τα δόντια μου, άνοιξα το σιδερένιο μάνταλο στην αυλόπορτα και το έσκασα σαν τον κλέφτη, πίσω μου ακούγονταν γυναικείες φωνές σιγά όμως μην γύριζα να κοιτάξω.

Ο προαύλιος χώρος του σχολείου, δηλαδή η πλατεία της γειτονιάς με τις τεράστιες  πλάκες, τις ψηλές λεύκες και τα ξύλινα μισοκατεστραμμένα παγκάκια ήταν γεμάτος από παιδιά και μερικούς μεγάλους. Στο τέλος του δρόμου παρατεταγμένα τα αυτοκίνητα των δασκάλων, σε περίοπτη θέση του κυρίου διευθυντή. Ο παπά Βασίλης είχε ακουμπήσει το πετραχήλι του πάνω στο τετράγωνο τραπέζι με το λευκό τραπεζομάντηλο και γέμιζε την γυάλινη γαβάθα με νερό, ένας σιδερένιος σταυρός στολισμένος με χρωματιστές χάντρες στεκόταν όρθιος δίπλα στο ματσάκι με το βασιλικό.

Έψαξα να βρω τα φιλαράκια μου, όχι ότι μου είχαν λείψει, άλλωστε τις περισσότερες μέρες του καλοκαιριού τις περάσαμε παρέα,  παίζοντας ποδόσφαιρο την ημέρα και βολτάροντας με τα ποδήλατα τα βράδια. Περιορίστηκα σε αυτό και δεν έκανα τίποτε άλλο. Μόλις μαζευτήκαμε, ξεκίνησαν τα πειράγματα, στην αρχή από τον έναν ένας στον άλλον και στο τέλος συμμαχήσαμε όλοι και πειράζαμε έναν, έτσι κάναμε τότε.

Είχα απομακρυνθεί λίγο, δεν θυμάμαι για ποιο λόγο, όταν κάποιο χέρι  με ακούμπησε στην πλάτη, ντρεπόμουν να γυρίσω, το άρωμα είχε προδώσει την παρουσία της. Λίγο πιο πέρα σε ένα κύκλο η παλιοπαρέα κανόνιζε τις συνθέσεις των ομάδων για τον πρώτο ποδοσφαιρικό αγώνα της χρονιάς  που θα λάμβανε χώρα μετά το τέλος του αγιασμού. Σαν αστραπή πέρασαν από το μυαλό μου όλοι οι εφιάλτες που με είχαν βασανίσει το βράδυ. Δεν προχώρησα μπροστά, γύρισα όλο μου το σώμα προς τα πίσω και την κοίταξα στα μάτια, άπλωσε το δεξί της χέρι, το πρόσωπο της  είχε ανάψει από τον ήλιο και την ντροπή, το καταλάβαινες και ας αν ήταν μαυρισμένο.

« Καλή χρονιά Μαρία» είπα και έτρεξα γρήγορα προς την παρέα των αγοριών, τους είχα από πριν πει πως σήμερα θα έπαιζα εγώ τερματοφύλακας.